ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΤΣΕΤΣΕΛΗΣ Α΄ΜΕΡΟΣ

OΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΕΝ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΒΙΒΛΙΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΠΟΛΕΜΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ!

Κ. Τσετσέλη επί σειρά ετών ήσασταν ο εκδότης του περιοδικού «Μονοπάτι για τις Πολεμικές Τέχνες» καθώς και αρκετών βιβλίων σχετικών με το αντικείμενο. Θα ήθελα να μας μιλήσετε για την αρχή αυτής της προσπάθειας και για τους λόγους που σας ώθησαν να ασχοληθείτε με το συγκεκριμένο χώρο. 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΤΣΕΤΣΕΛΗΣ Από πολύ νεαρή ηλικία είχα διάφορα πράγματα τα οποία αγαπούσα. Κάποια από αυτά ήταν τα βιβλία, τα περιοδικά, οι πολεμικές τέχνες, οι εναλλακτικές θεραπείες και μια κοινωνική-πολιτική-φιλοσοφική προσέγγιση η οποία τα συνέδεε όλα αυτά σε κάτι ενιαίο∙ στο δικό μου νου δηλαδή όλα αυτά τα πράγματα δεν ήταν ξεχωριστά αλλά συνδέονταν μέσω της φιλοσοφικής και πολιτικής μου τοποθέτησης. 
Έτσι, κάποια στιγμή και έχοντας ακολουθήσει διάφορους επαγγελματικούς δρόμους με τους οποίους δεν ήμουν ικανοποιημένος (ψυχικά, όχι οικονομικά) αποφάσισα να ασχοληθώ πιο σοβαρά με όλα αυτά –το επαγγελματικό προέκυψε στη συνέχεια- και να κάνω κάτι που θα τα συνέδεε και που θα μπορούσα να κινώ εγώ. Με αυτό το σκεπτικό, ξεκίνησα το Σεπτέμβριο του 1999 το «Μονοπάτι του Πολεμιστή», ένα περιοδικό πολεμικών τεχνών που διέφερε από τα άλλα καθώς έδινε πολλή σημασία στην ιστορία, τη φιλοσοφία, τις πολιτικές προεκτάσεις των πολεμικών τεχνών και στις εναλλακτικές θεραπείες και με στόχο μέσα από αυτό να προχωρήσουμε και στην έκδοση των βιβλίων∙ τα βιβλία υπήρχαν ως στόχος από την αρχή. 
Όλα αυτά χωρίς να αφήσω τη δουλειά που έκανα τότε καθώς στην αρχή το έβλεπα σαν χόμπι και όχι σα δουλειά. Μετά από 1-2 χρόνια όμως, όταν αυτό το πράγμα απλώθηκε και σοβάρεψε, αποφάσισα να εγκαταλείψω τη δουλειά μου και να αφοσιωθώ αποκλειστικά σ’ αυτό. 
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΤΣΕΤΣΕΛΗΣ Η αρχή ήταν δύσκολη; 

Δεν μπορώ να πω ότι ήταν δύσκολη γιατί όντας πολύ νέος και με πολλή τρέλα όρεξη το έβλεπα σαν ευχαρίστηση –μου έδινε χαρά. Ακόμα και όταν υπήρχαν δυσκολίες, είχα πάθος και δεν καταλάβαινα τίποτα (γέλια). 

Μετά από όλα αυτά τα χρόνια πώς νοιώθετε; Πιστεύετε ότι πετύχατε το σκοπό σας; Και με ποιο κόστος;

Να σας πω το εξής: κάποτε βρισκόμουν στη θέση που βρίσκεστε εσείς σήμερα –είχα πάρει εγώ συνέντευξη από τον κ. Περσίδη…

Τον εκδότη του «Δυναμικού»…

Ακριβώς. Είχε βγάλει γύρω στα 96 τεύχη, αν θυμάμαι καλά, και ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος πρόσφερε πάρα πολλά στο χώρο –εγώ ήμουν ένας πολύ άπειρος ακόμα εκδότης, έχοντας βγάλει μόνο 4-5 τεύχη και του έκανα την ίδια ερώτηση! (γέλια) 
cover_01.jpg
Πιστεύω ότι είναι μια κοινή ερώτηση προς όλους όσους έχουν καταφέρει κάτι κάπου…

Σωστά! Ο κ. Περσίδης λοιπόν μου είπε ότι αισθάνεται πάρα πολύ απογοητευμένος και πικραμένος και ότι αφιέρωσε τη ζωή του σε ένα χώρο που δεν αξίζει τίποτα, ο ίδιος και οι άνθρωποι που βρίσκονται σ’ αυτόν. Και ίσως σήμερα θα μπορούσα να πω κι εγώ το ίδιο όμως ο δικός μου χαρακτήρας είναι διαφορετικός από του κ. Περσίδη οπότε το βλέπω διαφορετικά: προτιμώ να σταθώ στο έργο που άφησα πίσω μου και το οποίο είναι αρκετά σοβαρό, πιστεύω. Είναι ένα έργο που κόστισε πάρα πολύ σε χρήματα, σε δυνάμεις, σε κόπο και σε προσπάθειες και που θα μπορούσε, πάνω απ’ όλα να με έχει αφήσει κατεστραμμένο ψυχικά αν δεν είχα το χαρακτήρα που έχω. Μιλάμε για 112 τεύχη περιοδικού, για γύρω στα 65 πολύ σοβαρά βιβλία και για 12 τεύχη του «Journal of Asian Martial Arts» και όλα αυτά μένουν παρακαταθήκη στους ανθρώπους που ασχολούνται σοβαρά –και όσο λίγοι και αν είναι, υπάρχουν. Και παρότι μπορεί κι εγώ να αισθάνομαι όπως ο κ. Περσίδης για κάποιους από τους ανθρώπους του χώρου, αισθάνομαι επίσης ότι αυτοί οι λίγοι άξιζαν τον κόπο και τις θυσίες αυτών των 12 ετών. 

Καταλαβαίνω…

Και δεν είναι μόνο αυτοί που υπάρχουν, είναι και τα νέα παιδιά. Ειδικά τα βιβλία, επειδή αντίθετα από τα περιοδικά μένουν και διαρκούν στο χρόνο, θα υπάρχουν εκεί για να τα βρουν τα 5-10 σοβαρά άτομα που θα μπουν κάθε χρόνο στο χώρο και θα ψάξουν να βρουν το δρόμο τους. Πριν από τις εκδόσεις μας, δεν υπήρχε ο τρόπος να βρουν αυτά τα παιδιά το δρόμο τους –μετά από τις εκδόσεις υπάρχουν μερικά ισχυρά εφόδια που θα τα βοηθήσουν να μην πέφτουν θύματα των απατεώνων. 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΤΣΕΤΣΕΛΗΣ Πιστεύετε ότι οι έλληνες διαβάζουν βιβλία σχετικά με τις πολεμικές τέχνες;
Όπως συνάγεται και από την προηγούμενη ερώτηση, φυσικά και δε διαβάζουν! Για μένα τα βιβλία ήταν μια τεράστια οικονομική καταστροφή! Βγήκαν με δάνεια τα οποία τελικά δεν κατάφερα να αποπληρώσω με αποτέλεσμα να είμαι χρεωμένος αυτή τη στιγμή και όλα αυτά τα λεφτά δεν πήγαν σε βίλες και κότερα όπως έκαναν κάποιοι άλλοι συμπατριώτες μας αλλά στα βιβλία. 
Αν οι έλληνες –πρώτα απ’ όλα οι δάσκαλοι αλλά και οι μαθητές πολεμικών τεχνών- διάβαζαν τα πράγματα θα ήταν πολύ διαφορετικά και αυτά τα 65 βιβλία θα μπορούσαν να είναι 200 ή 300 ή 500! Δυστυχώς με τα δάνεια μέχρι εκεί κατάφερα να βγάλω (γέλια) και σήμερα χρωστάω στις τράπεζες όμως πραγματικά δε μου καίγεται καρφί καθώς έχω τη συνείδησή μου καθαρή γιατί όλα αυτά τα λεφτά πήγαν στα βιβλία και στα περιοδικά και έπιασαν τόπο –αν δεν είχα δανειστεί ή τα είχα δανειστεί και τα είχα φάει, δε θα υπήρχαν αυτά τα βιβλία, άρα αισθάνομαι ήσυχος και δικαιωμένος και δεν έχω καμία στενοχώρια για τα χρέη. 

Τα χρόνια που ασχοληθήκατε σίγουρα γνωρίσατε μερικούς αξιοσημείωτους ανθρώπους από το χώρο των πολεμικών τεχνών –υπήρξαν κάποιοι που σας επηρέασαν; Ποιοι ήταν αυτοί και γιατί;

Δεν μπορώ να πω ότι γνώρισα ιδιαίτερα εξαιρετικούς ανθρώπους στο χώρο των πολεμικών τεχνών. Βεβαίως κάποιοι άνθρωποι ήταν ξεχωριστοί όμως αυτό δεν είχε να κάνει με τις πολεμικές τέχνες αλλά με τους ίδιους τους ανθρώπους. Σε κάθε χώρο, συναντά κανείς ανθρώπους καλούς και κακούς ή μορφωμένους και αμόρφωτους –δε νομίζω ότι στις πολεμικές τέχνες βρήκα ανθρώπους καλύτερους από αυτούς που θα έβρισκα σε άλλους χώρους. Αν και γενικά υπάρχει η άποψη ότι οι πολεμικές τέχνες σε κάνουν καλύτερο άνθρωπο, εγώ δε διαπίστωσα κάτι τέτοιο στην πορεία μου σ’ αυτό το χώρο. Συνάντησα καλούς και αξιοσημείωτους ανθρώπους όμως η καλοσύνη τους αυτή δεν είχε να κάνει τίποτα με την πολεμική τέχνη και πιστεύω ότι οι συγκεκριμένοι άνθρωποι θα ήταν καλοί είτε είχαν μπακάλικο, είτε ήταν αθλητές, είτε ήταν καθηγητές πανεπιστημίου. 
Αντίθετα, κάτι που είδα πολλές φορές ήταν άνθρωποι με υπέρμετρο εγωισμό και πιστεύω ότι αυτό εξηγείται επειδή οι πολεμικές τέχνες πραγματεύονται τη δύναμη και οι άνθρωποι που ελκύονται από τη δύναμη συχνά είναι αδύναμοι –ο δυνατός άνθρωπος δε χρειάζεται την πολεμική τέχνη αλλά ο αδύναμος τη χρειάζεται για να αποκτήσει αυτό που δεν έχει. Οι αδύναμοι αυτοί άνθρωποι (και εννοώ εσωτερικά αδύναμοι, όχι στο σώμα) έχουν πολλά πάθη που δεν μπόρεσαν ποτέ να ξεπεράσουν και όταν μπαίνουν στις πολεμικές τέχνες και αισθανθούν δυνατοί, όλα αυτά βγαίνουν στην επιφάνεια και αν συνδυαστούν με την εξουσία του δασκάλου, τα πράγματα γίνονται τραγικά. Συνεπώς δε φταίνε οι πολεμικές τέχνες –φταίει το ποιόν του ανθρώπου που ελκύεται από τις πολεμικές τέχνες.
Για να μη φανεί δε ότι μηδενίζω τα πάντα, πιστεύω ότι αν, αντίθετα, ένας άνθρωπος είναι από τη φύση του καλός, μπορεί να γίνει πολύ καλύτερος μέσα από την άσκηση. Η ενασχόληση με την πολεμική τέχνη, η τριβή, η συνεχής επανάληψη, η αντιμετώπιση των λαθών και των αδυναμιών μας που βλέπουν και γνωρίζουν όλοι όσοι κάνουν πολεμικές τέχνες σοβαρά, αυτή η αδιάκοπη προσπάθεια να τελειοποιήσω κάτι που ποτέ δε γίνεται τέλειο είναι μια φοβερή πειθαρχία. Και όταν ένας καλός άνθρωπος μπει μέσα σ’ αυτό το μονοπάτι μπορεί να γίνει πολύ-πολύ καλύτερος και να ψάξει βαθιά μέσα στον εαυτό του. 
Για να μην καλλιεργούμε μύθους, ωστόσο, αυτά ισχύουν σε ό,τι απαιτεί πειθαρχία. Αν ξεκινήσω να μαθαίνω πιάνο ή μπαλέτο που όλοι στις πολεμικές τέχνες το έχουν άχτι (γέλια) ή προσπαθώ να γίνω μαραθωνοδρόμος ή οτιδήποτε άλλο, έρχομαι να αντιμετωπίσω κάθε μέρα τον εαυτό μου και τις αδυναμίες μου και να προσπαθώ κάθε μέρα να τελειοποιούμαι. Αν αυτό το κάνω με το σωστό τρόπο και ανταποκρίνομαι στις απαιτήσεις της πειθαρχίας που έχω επιλέξει, θα έχω το ίδιο αποτέλεσμα –δε θα είναι άλλο το αποτέλεσμα σ’ αυτόν που κάνει πολεμική τέχνη και σε κάποιον που κάνει πιάνο. 
cover_60.jpg
Όπως αντιλαμβάνομαι από αυτά που λέτε, υπήρξαν αντιπάθειες και συγκρούσεις κατά τη διάρκεια του «Μονοπατιού», δεν είναι έτσι; Πώς αντιμετωπίζατε αυτές τις καταστάσεις;

Κοιτάξτε. Προσωπικά δεν είμαι υπέρ των συγκρούσεων –δε μου αρέσουν. Είμαι άνθρωπος της σύνθεσης και παράλληλα κινούμαι πάντα με μια αντίληψη ας το πούμε «δημοκρατικότητας»: μου αρέσει να προβάλλω όλες τις απόψεις όλων των ανθρώπων και όλων των στιλ. Για παράδειγμα, στα 12 χρόνια του περιοδικού δεν προώθησα ποτέ το τάι τσι (με το οποίο ασχολούμαι ο ίδιος) περισσότερο από τα άλλα στιλ∙ όπως επίσης ποτέ δεν προώθησα τον εαυτό μου ή το δάσκαλό μου. Ήθελα πάντα το περιοδικό να είναι δημοκρατικό, να είναι ανοιχτό σε όλους και από εκεί και μετά ο κόσμος να κρίνει τι του αρέσει και τι όχι. Οι δάσκαλοι και οι ομοσπονδίες όμως δεν το έβλεπαν έτσι –θεωρούσαν ότι από τη στιγμή που στο περιοδικό προβάλλονταν αυτοί δεν μπορούσαν να προβάλλονται κάποιοι που θεωρούσαν «αντιπάλους» ή «ανταγωνιστές». 
Εγώ βεβαίως δεν ήθελα να εμπλακώ σ’ αυτό το παιχνίδι των αντιπαλοτήτων μεταξύ των δασκάλων και των οργανώσεων όμως μέρος του παιχνιδιού αυτού ήταν και οι διαφημίσεις (από τις οποίες ζει ένα περιοδικό) και καθώς εγώ επέμενα να διατηρώ τις αποστάσεις, το περιοδικό σιγά-σιγά έμεινε χωρίς διαφήμιση. Για να απαντήσω στην ερώτησή σας λοιπόν, τις αντιπάθειες τις αντιμετώπιζα μην υποχωρώντας! Το πρόβλημα είναι ότι ακόμα και έτσι, η κατάσταση αυτή τελικά επηρέασε το περιοδικό γιατί μη συντασσόμενος με τη μια ή την άλλη πλευρά, ο κύκλος των ανθρώπων που στήριζαν το περιοδικό μίκρυνε και έτσι οδηγηθήκαμε στα δάνεια και στο κλείσιμο (γέλια). Ωστόσο, επειδή η πορεία αυτή ήταν όπως ήθελα να είναι, επειδή παρέμεινα πιστός στις αρχές μου και επειδή άφησα ένα σοβαρό έργο πίσω μου, δε μετανιώνω για τον τρόπο που χειρίστηκα τα πράγματα αυτά τα 12 χρόνια. 

Συνεπώς να υποθέσω ότι αν ξεκινούσατε από την αρχή δε θα κάνατε κάτι διαφορετικό; 

Δεν είμαι σίγουρος γι αυτό. Κοιτάζοντας προς τα πίσω βλέπω ότι έκανα πολλά λάθη τα οποία σαφώς θα άλλαζα. Υπάρχει ωστόσο κάτι που δε θα μπορούσα να το αλλάξω γιατί οφειλόταν στην καλοπιστία μου ή, αν θέλετε στην αφέλεια με την οποία έβλεπα τις πολεμικές τέχνες. Ξέρετε, για τους ανθρώπους της γενιάς μου, οι πολεμικές τέχνες ήταν κάτι μαγικό και οι δάσκαλοί τους περιβάλλονταν από ένα μύθο: ήταν κάποιοι σοφοί άνθρωποι αφοσιωμένοι στην τέχνη τους και σε μια φιλοσοφία που είχε σα στόχο να βοηθήσει τους ανθρώπους. Όταν λοιπόν ξεκίνησα να ασχολούμαι, και μην έχοντας προηγούμενη επαφή με το σύνολο του χώρου, γνώρισα κάποιους ανθρώπους που –λόγω της παραπάνω αφέλειας- θεώρησα σαν τέτοιους και τους προέβαλλα από το περιοδικό. 
Να γίνει σαφές εδώ ότι προβάλλοντάς τους δεν ωφελήθηκα οικονομικά –και αυτό ίσχυε για όλα τα χρόνια που έβγαινε το περιοδικό- αλλά ότι το έκανα γιατί πίστεψα ότι οι άνθρωποι αυτοί ήταν όντως σαν τους δασκάλους που φανταζόμουν. Όταν στην πορεία οι άνθρωποι αυτοί αποδεικνύονταν ολιγότεροι των καταστάσεων, έπαυε και η σχέση τους με το περιοδικό –και μαζί μου- όμως μέχρι να συνειδητοποιήσω πόσοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι (και δυστυχώς είναι πολλοί) πέρασαν κάποια χρόνια. Συνεπώς, αυτό ήταν ένα σημαντικό μου λάθος το οποίο, ωστόσο, δε θα μπορούσα να μην έχω κάνει. Αν όμως αποφάσιζα να ξεκινήσω κάτι σήμερα, με τις γνώσεις και την εμπειρία που έχω τώρα, αυτό δε θα είχε καμία σχέση με την πλειονότητα των δασκάλων και του χώρου –θα ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό. 

Το παρόν δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα http://www.polemikes-tehnes.gr/